Ανοικτή στους δημιουργούς και τους πολίτες η "ψηφιακή τηλεόραση"
Ενα ενδιαφερον αρθρο απο την ΑΥΓΗ
Η σύγκρουση μεγατόνων, μεταξύ δύο μεγάλων αγορών, των τηλεοπτικών καναλιών (broadcasters - ή "πάροχοι περιεχομένου"- content) και των τηλεπικοινωνιακών εταιρειών (telecoms - ή "πάροχοι δικτύου"- networks), φάνηκε ανάγλυφα την Τρίτη στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, στη συζήτηση για την ψηφιακή τηλεόραση και τις ευρυζωνικές υπηρεσίες. Broadcasters και Telecoms, ερίζουν τα τελευταία χρόνια, για τη νομή της ψηφιακής πίττας -της δημόσιας περιουσίας που εκχωρείται σε ιδιώτες προς εκμετάλλευση- η οποία μπορεί να αποφέρει εκατοντάδες εκατομύρια ευρώ τα επόμενα χρόνια σε όσες εταιρείες πάρουν άδεια και επενδύσουν.
Στη μέση της σύγκρουσης, τόσο η κυβέρνηση -και συνολικά ίσως το πολιτικό σύστημα-, από την οποία ζητείται να νομοθετήσει άμεσα για να προχωρήσει η ψηφιακή ολοκλήρωση, που έχει ξεκινήσει, υπενθυμίζουμε, από τη Θεσσαλονίκη, όσο και οι πολίτες, οι οποίοι έχουν συμφέρον να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στη νέα τεχνολογία, όσο και σε άλλες υπηρεσίες που θα αναπτυχθούν στο μέλλον: από τηλεϊατρική μέχρι pay per view κ.ά. συνδρομητικές υπηρεσίες.
Οι Βroadcasters (δηλ. τα 7 εθνικής εμβέλειας κανάλια που εκπέμπουν ψηφιακά δια της Didea) διεκδικούν για λογαριασμό τους μέρος του φάσματος, το οποίο θα τους επιτρέπει όχι μόνο να εκπέμπουν το πρόγραμμά τους, αλλά και να παρέχουν επιπλέον υπηρεσίες περιεχομένου με χρέωση. Από την πλευρά τους, οι Τelecoms διεκδικούν για τον εαυτό τους όχι μόνο μέρος του φάσματος για πάσης φύσεως ευρυζωνικές υπηρεσίες, αλλά και τη δυνατότητα να παρέχουν οι ίδιες υπηρεσίες πολυπλεξίας και μεταφοράς σήματος, με το αζημίωτο, για λογαριασμό των καναλιών. Θα επιλέξει η κυβέρνηση να δώσει χώρο -δηλ. πεδίο ανάπτυξης- στις τηλεπικοινωνιακές εταιρείες; Ή στις τηλεοπτικές; Χώρος υπάρχει για όλους, όμως η απόφαση είναι πολιτική και οπωσδήποτε θα πρέπει να ληφθούν υπόψη ορισμένα μεγέθη:
Α. Για παράδειγμα, ο κύκλος εργασιών των δύο αγορών, ιδίως όταν μιλάμε για πλειοδοτικό διαγωνισμό: η τηλεπικοινωνιακή αγορά έχει τζίρους που αγγίζουν τα 4 δισ. ευρώ τον χρόνο, ενώ η τηλεοπτική γύρω στα 400 εκ. ευρώ τον χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι ένας πλειοδοτικός διαγωνισμός, με αποκλειστικά οικονομικά κριτήρια, ευνοεί τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών.
Β. Το γεγονός ότι η αγορά των τηλεπικοινωνιών την τελευταία 20ετία είχε εξαιρετικά περιθώρια ανάπτυξης και δημιουργίας υπεραξιών: από την ψηφιοποίηση του δικτύου σταθερής τηλεφωνίας ώς την ανάπτυξη της κινητής και μέχρι την εκμετάλλευση του Ιnternet. Από την άλλη πλευρά, η τηλεοπτική αγορά δεν είχε αντίστοιχα (τεχνολογικά) περιθώρια ανάπτυξης από την ίδρυση της ιδιωτικής τηλεόρασης το 1989 μέχρι σήμερα, που έρχεται αντιμέτωπη με την πρόκληση της ψηφιακής τηλεόρασης: π.χ. η δημιουργία, εκτός των ελεύθερης λήψης, και συνδρομητικών καναλιών αποτελεί ευκαιρία για την ανάπτυξη των τηλεοπτικών επιχειρήσεων.
Γ. Στην Ελλάδα και διεθνώς, ο κλάδος που αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα χρηματοδότησης είναι οι πάροχοι περιεχομένου (content) και όχι οι πάροχοι δικτύου. Η παραγωγή περιεχομένου, είτε οπτικοακουστικού (τηλεοπτικού, κινηματογραφικού) είτε ηχητικού (ραδιόφωνο, μουσική- δισκογραφικές εταιρείες) είτε κειμένου (εφημερίδες, ειδησεογραφία) βρίσκεται στην εξαιρετικά δύσκολη θέση να αδυνατεί να χρηματοδοτηθεί, παρά τη διάδοσή της δωρεάν, μέσω Internet. Είναι δηλαδή η βιομηχανία παραγωγής περιεχομένου και οι δημιουργοί της (από δημοσιογράφους μέχρι συνθέτες και από σκηνοθέτες μέχρι ηθοποιούς και μουσικούς παραγωγούς) που πλήττονται από το "δωρεάν" Internet και όχι οι τηλεπικοινωνιακές εταιρείες, στις οποίες οι καταναλωτές πληρώνουν διόλου ευκαταφρόνητες συνδρομές για δικτύωση στο σπίτι και στη δουλειά.
Δ. Ο Χάρτης ψηφιακών συχνοτήτων πρέπει να είναι βασισμένος στη δημοκρατία, τον πλουραλισμό και την πολιτιστική ανάπτυξη. Με άλλα λόγια, να λαμβάνει υπόψη αφ' ενός τους δημιουργούς περιεχομένου, αφ' ετέρου τους ενεργούς πολίτες: η επιλογή του συστήματος πολυπλεξίας να είναι καθολική και προσβάσιμη από όλους, να προσφέρεται χώρος για τους κοινωνικούς φορείς, για τον πολιτισμό και τα έργα του πνεύματος και παράλληλα να υπάρχει δυνατότητα για κοινωνικές υπηρεσίες, π.χ. τηλεϊατρική.
Σε κάθε περίπτωση, κανάλια ή δίκτυα τηλεπικοινωνιών οφείλουν να δεσμευθούν για την καταβολή του ανταλλάγματος, για τις φορολογικές υποχρεώσεις τους, τη διατήρηση των θέσεων εργασίας και ιδίως τα κανάλια, για μια στοιχειώδη ποιότητα στο ελεύθερο τηλεοπτικό τους πρόγραμμα.











